Α.Ο. ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ

Τραυματισμοί και πρόληψη

Μπεϊντάρης Ν.

Περίληψη

Η παρούσα ανασκοπική εργασία έχει σκοπό την εξέταση των τραυματισμών στην κολύμβηση. Η σχέση της αερόβιας προπόνησης και της κολύμβησης έγκειται στο γεγονός ότι παρ’ ότι αυτή αποτελεί άριστη μορφή ασκήσεως με το χαμηλότερο δείκτη συχνότητας τραυματισμών εν συγκρίσει με τα άλλα αθλήματα, συγχρόνως αποτελεί και παράγοντα κινδύνου κυρίως για τους αθλητές υψηλού επιπέδου. Αυτό συμβαίνει διότι οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις των άνω και κάτω άκρων, στους κολυμβητές επιφέρουν τραυματισμούς στον ώμο (στροφικό πέταλο),στον αγκώνα, στα γόνατα, στα πόδια και στην μέση όπως αναφέρουν πολλές έρευνες.

Πρόληψη των τραυματισμών

Ο ώμος των κολυμβητών αποτελεί κύριο σημείο αναφοράς της εργασίας αυτής, διότι έχει εξέχουσα σημασία στην απόδοση των κολυμβητών. Ο ώμος των κολυμβητών μνημονεύεται στις εργασίες των Fowler & Regan 1986, Chalmers & Morrison 2003, Kammer et al. 1999, Ka Pic Eva Su et al. 2004, Gourgoulis et al. 2006, McMaster 1986, Weldon & Richardson 2001, McMaster et al. 1998, Brushoj et al. 2006, Beach et al. 2001, Ruwe et al. 1994, McMaster & Troop 1993, Greipp 1985; Zemek & Magee (1996), Clarys & Rouard 1996. Στην εργασία των Fowler & Regan (1986) και των Kammer et al. (1999), πέραν του ώμου υπάρχει και αναφορά στον τραυματισμό του αγκώνα και του αστραγάλου.

Σύμφωνα με τους Fowler & Regan (1986), οι τραυματισμοί στην κολύμβηση δεν περιορίζονται στην άρθρωση του ώμου αν και η πίστη της προηγούμενης δεκαετίας ότι όσο μεγαλύτερη απόσταση θα κολυμπήσουμε, τόσο καλύτεροι θα είναι οι χρόνοι που θα κάνουν οι κολυμβητές, οδήγησε σε μία αύξηση της συχνότητας των τραυματισμών στους ώμους των κολυμβητών.

Επίσης τα γόνατα των προσθίων κολυμβητών είναι επιρρεπή σε τραυματισμούς σύμφωνα με τις εργασίες των McMaster 1996, Taunton et al. 1988, Kenal et al. 1996, Fowler & Regan 1986. Ο τραυματισμός της σπονδυλικής στήλης αναφέρεται στις εργασίες των DeVivo et al. 1997, Kenal et al. 1996, Taunton et al. 1988, Fowler & Regan 1986, ενώ του λαιμού στην εργασία του ΜcMaster et al. 1996; Επιλέον στην εργασία του Renstrom & Johnson 1985 βλέπουμε την σκοπιά των τραυματισμών λόγω υπέρχρησης/υπερπρο-πόνησης των αθλητών, ενώ ο τραυματισμός των προσαγωγών μυών των ισχίων αναφέρονται στην εργασία του Grote et al. 2004.

Όσον αφορά την πρόληψη των τραυματισμών θα πρέπει να αποφεύγεται η εκτεταμένη χρήση με τα ‘’χεράκια’’ (Gourgoulis et al. 2004), να επιδιώκεται η ενδυνάμωση των μυών του στροφικού πετάλου, καθώς και η ισορροπία μεταξύ έσω & έξω στροφέων (Beach et al. 1992). Για την πρόληψη των τραυματισμών στην κολύμβηση σύμφωνα με τις έρευνες των Johnson et al. 2003, Ciullo et al. 1989, Renstrom & Johnson 1985, Taunton et al. 1988, McMaster 1996, Kennal et al. 1996, Clarys et al. 1996 & De Vivo et al. 1996, θα πρέπει να ακολουθούμε τα εξής:

Ισορροπία στην ενδυνάμωση των μυών, καθώς και διατάσεις που προάγουν την ευλυγισία (Beach et al. 1992, Ciullo & Stevens 1989, Ruwe et al.1994, Greipp 1985)

Βέλτιστη τεχνική-ποιότητα των κινήσεων (Johnson et al. 2003, Kammer et al.1999, Taunton et al.1988, Clarys & Rouard 1996).Nα αποφεύγεται η αναπνοή από τη μία μόνο πλευρά καθώς και οι αδύναμες ποδιές, διότι επιτείνουν την ένταση σε ορισμένες μυϊκές ομάδες. Ο αγκώνας πρέπει να διατηρείται ψηλά κατά τη φάση του πιασίματος και της επαναφοράς, δίνοντας έμφαση στο σωστό ρολάρισμα στο ελεύθερο.

Προοδευτική περίοδος προθέρμανσης και αποθεραπείας πριν την άσκηση (Chalmers & Morrison 2003, Kammer et al.1999, Fowler & Regan 1986, Rover & Nichols)

Σωστή διατροφή

Ιατρικές εξετάσεις

Όχι υπέρογκος όγκος προπόνησης (ποσότητα προπόνησης)

Καλή βασική φυσική κατάσταση

Τήρηση των αρχών της προπόνησης

Συνοπτικά η μελέτη των τραυματισμών που ακολουθεί είναι η εξής:
injury-1

Ώμος

Οι περισσότεροι τραυματισμοί αναφέρονται στον ώμο των κολυμβητών (Richarson et al.), αφού αυτοί πρέπει να εκτελέσουν κινήσεις περιαγωγής του ώμου χιλιάδες φορές την εβδομάδα. Συνεπώς έχουμε την παρουσίαση φλεγμονής από τον χρόνιο ερεθισμό

των μυών του στροφικού πετάλου (υποπλάτιος, υπακάνθιος, υπερακάνθιος, ελάσσων στρόγγυλος) και έτσι παρατηρείται πόνος με μειωμένη κινητικότητα. Αυτό το εκφυλιστικό φαινόμενο του ώμου ονομάζεται ο ‘’ώμος του κολυμβητή’’. Οι Hawkins & Kennedy εισήγαγαν πρώτοι τον όρο αυτόν το 1974, περιγράφοντας το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού ανατομικών και βιομηχανικών παραγόντων. Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και τον χρόνο που δαπανάται από τους κολυμβητές και έξω από το νερό για την ενδυνάμωσή τους (π.χ. προπόνηση με βάρη, λάστιχα), μπορούμε να αντιληφθούμε το πόσο πολύ καταπονούνται οι μύες του στροφικού πετάλου.

Στην ανασκοπική έρευνα του Richardson (1999) καταγράφηκαν οι τραυματισμοί στους ανταγωνιστικούς κολυμβητές, με τους περισσότερους αναφερόμενους τραυματισμούς να ταξινομούνται ως ‘’ελάσσονες’’(78%), συμπεριλαμβανομένων μελανιών, μικρών ρήξεων και πτώσεων γύρω από την πισίνα. Το εύρος της ηλικίας των τραυματισμών για τους κολυμβητές αρχίζει από τα 8 μέχρι τα 18 έτη. Σχεδόν οι μισοί από τους τραυματισμούς (42%) έγιναν μέσα στο νερό, όμως πολλοί τραυματισμοί συνέβησαν γύρω από την πισίνα από επισκέπτες και μη αθλητές. H περίοδος που συνέβησαν οι τραυματισμοί ήταν 8% για την προθέρμανση, 31% για την κύρια άσκηση και 2% για την προπόνηση έξω από το νερό.

Αρκετές είναι οι έρευνες που εξέτασαν την ευκαμψία του ώμου σε κολυμβητές. Οι Greipp J. et al.(1985) έδειξαν μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της ελλείψεως της ελαστικότητας και της συχνότητας των τραυματισμών στον ώμο (n=168 άρρενες και γυναίκες κολυμβήτριες ηλικίας 12-23 ετών). Στους άρρενες η αυξημένη συχνότητα του πόνου στον ώμο συσχετίστηκε ακόμη με την αυξημένη ένταση και διάρκεια της προπόνησης με βάρη πιθανότατα λόγω υπερτροφίας του τένοντα (ο Counsilman υποστηρίζει ότι η προπόνηση με βάρη αποτελεί το κλειδί για την επιτυχία των κολυμβητών).

Σ’ ένα δοσμένο επίπεδο ελαστικότητας οι κολυμβητές πεταλούδας επέδειξαν μεγαλύτερη συχνότητα πόνου στον ώμο απ’ ότι οι άλλοι κολυμβητές. Τέλος σε συνάφεια με την ελαστικότητα, η συχνότητα του πόνου του ώμου δεν εξαρτάται από την χεριά, την απόσταση ή το φύλλο. Bασιζόμενοι στην υπόθεση ότι η ελαστικότητα του ώμου είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τον πόνο του ώμου, χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο (ΜcMaster et al., 1998) και ταυτοποιήθηκαν οι αθλητές που έπασχαν από συνήθη πόνο (40 άνδρες εθνικής & ελίτ κολυμβητές).

Η ελαστικότητα εκτιμήθηκε με τυποποιημένα κλινικά τεστ και βρέθηκε μία στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της ελαστικότητας και της παρουσίας του πόνου στον ώμο, επιβεβαιώνοντας την υπόθεση. Έτσι αυτά τα αποτελέσματα μπορούν να εφαρμοστούν στην προπόνηση για τους συμπτωματικούς αθλητές. Για την αξιολόγηση των κολυμβητών πρέπει να είμαστε ενήμεροι για τη σημαντικότητα της εκτίμησης της αναλογίας της αντοχής στους απαγωγείς του ώμου και στους έξω στροφείς σε γρηγορότερες ταχύτητες. Με την μείωση της αναλογίας της αντοχής, οι ανταγωνιστικοί κολυμβητές ίσως είναι πιο πιθανόν να αναπτύξουν πόνο του ώμου (Beach et al. ,1992).

Σε αξιολόγηση 30 ελίτ κολυμβητών και κολυμβητριών, συγκρίθηκαν με κολυμβητές αναψυχής για να εντοπιστούν διαφορές στην χαλαρότητα της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης και των γενικών αρθρώσεων υπερκινιτικότητας. Τα τεστ των κλινικών δοκιμασιών ήταν 5 για την γληνοβραχιόνια άρθρωση(GHJ). Οι ελίτ κολυμβητές σε σύγκριση με τους κολυμβητές αναψυχής επέδειξαν σημαντικά μεγαλύτερη GHJ, όπως επίσης και σημαντικά μεγαλύτερη GHJ χαλαρότητα σε 3 από τα 5 τεστ. Επιπλέον η μεγαλύτερη GHJ χαλαρότητα από τους ελίτ κολυμβητές ευνοήθηκε από την αρχή της απόκτησης, σε αντίθεση με τους κολυμβητές αναψυχής.

Τα αποτελέσματα της GHJ εκτίμησης προτείνουν ότι αυτές οι διαφορές στην χαλαρότητα κληρονομούνται. Συμπερασματικά ο συνδυασμός της αρχής απόκτησης και των παραγόντων κληρονομικότητας συνεισφέρει στην μεγαλύτερη GHJ χαλαρότητα που επιδεικνύεται από τους ελίτ κολυμβητές. Το συμπέρασμα αυτής της μελέτης είναι η πρόληψη της δυσλειτουργίας του ώμου λόγω υπέρχρησης στους ελίτ κολυμβητές (Zemek & Magee, 1996).

Ακόμα οι McMaster & Troup (1993) αφού εξέτασαν 1262 κολυμβητές των Η.Π.Α., διαπίστωσαν τη συχνότητα του επεμβαίνοντα πόνου του ώμου και το πώς αυτός επηρεάζεται από ποικίλα προπονητικές μονάδες. Τα ευρήματα έδειξαν επικράτηση του πόνου του ώμου και κυμάνθηκαν μεταξύ 10% στα 2 γκρουπ ηλικιών 13-14 ετών & 15-16 ετών και 26% στην εθνική ομάδα. Όσον αφορά την μεθοδολογία, χρησιμοποιήθηκαν 3 γκρουπ με ερωτηματολόγιο έρευνας. Στους αθλητές με πόνο του ώμου η προπόνηση με βάρη, η χρήση με ‘’χεράκια’’, με σανίδα, οι διατάσεις και μία σειρά από ποικίλες δραστηριότητες αντίστασης επιδείνωσαν τον πόνο του ώμου.

Σε ανασκοπική έρευνα του McMaster (1996), αναφέρεται ότι η ακρωμιοκλειδική άρθρωση μπορεί να έχει εκφυλιστικές αρθριτικές αλλαγές, ειδικά ύστερα από ζημιά που προκαλείται έπειτα από προπόνηση με βάρη. Οι επαναληπτικές κινήσεις της κολύμβησης μπορεί να εμφανίσουν ένταση σ’ αυτή την άρθρωση και η θεραπεία μπορεί να γίνει είτε συντηρητικά (ξεκούραση, μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, τοπική θερμότητα και αντίθεση με επιθέματα πάγου, ένεση κορτιζόνης) είτε χειρουργικά. Επιπλέον οι Ruwe P. et al. (1994) περιέγραψαν και συνέκριναν την ηλεκτρική δραστηριότητα 12 μυών του ώμου, κατά τη διάρκεια του προσθίου σε 25 ανταγωνιστικούς κολυμβητές με φυσιολογικούς ώμους και σε 14 που είχαν πόνο στον ώμο.

Η ηλεκτρομυογραφική ανάλυση συγχρονίστηκε με υψηλής ταχύτητας κινηματογράφηση για τη διάκριση των φάσεων του προσθίου. Tα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασκήσεις για τον πρόσθιο κολυμβητή πρέπει να επικεντρώνονται στην προπόνηση αντοχής των μυών του πρόσθιου οδοντωτού και του μείζονος στρογγύλου ενώ πρέπει να υπάρχει εξισορρόπηση των έσω και έξω στροφέων καθώς επίσης και του δελτοειδούς και του υπερακάνθιου μυός.

Η ανασκοπική έρευνα των Fowler & Regan (1986) αναφέρει ότι οι κολυμβητές που είχαν πρόβλημα στον ώμο ήταν αποτέλεσμα των στυλ του ελευθέρου, της πεταλούδας και περιστασιακά του υπτίου. Ακόμα υποστηρίζεται ότι το πρόβλημα του πόνου στον ώμο εισάγεται όχι απαραίτητα λόγω της απόστασης που διανύεται ή του χρόνου που δαπανάται, αλλά μάλλον λόγω της μηχανικής και της έντασης των κολυμβητικών ασκήσεων.

Στη μελέτη ανασκόπησης των Renstrom & Johnson (1985) για τους τραυματισμούς από υπερπροπόνηση, τονίζεται ότι η υπερφόρτιση ή οι επαναληπτικοί μικροτραυματισμοί στελεχώνονται από εξωγενείς παράγοντες όπως τα προπονητικά λάθη, η άσχημη απόδοση, η φτωχή τεχνική ή ενδογενείς παράγοντες συμπεριλαμ-βανομένης της κακής ευθυγράμμισης και της μυϊκής ανισορροπίας.

Γενικές γραμμές καθοδήγησης για την εδραίωση της σωστής διάγνωσης είναι: ξεκούραση, μείωση της προπόνησης παρά πλήρης αποχή και έλεγχος της φλεγμονής (φαρμακευτικά). Ένα πρόγραμμα άσκησης πρέπει να αρχίσει νωρίς με εύρος στις ασκήσεις κίνησης και στις ισομετρικές μυϊκές συστολές. Αν ο πόνος το επιτρέπει δυναμικές ασκήσεις και ασκήσεις ευκαμψίας μπορούν να επαναλαμβάνονται μαζί, όπως επίσης και έκκεντρες ασκήσεις.

Στην ανασκοπική έρευνα των Chalmers & Morrison (2003) οι πιο κοινοί τραυματισμοί στην ανταγωνιστική κολύμβηση ήταν αυτοί του ώμου και του γονάτου με αναφορά σε ποικίλες μελέτες που το υποστηρίζουν. Επίσης αναφέρθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας του πόνου στον ώμο και ποικίλων προπονητικών τεχνικών. Η προπόνηση με βάρη, τα hand paddles και τα pull–buoys βρέθηκε να αυξάνουν την συχνότητα του πόνου στον ώμο.

Τα κατάλληλα προπονητικά προγράμματα, οι ασκήσεις ευκαμψίας, η σωστή τεχνική, οι συχνές μεταβολές της χεριάς , η προοδευτικά αυξανόμενη περίοδος προθέρμανσης και αποθεραπείας, η μειωμένη χρήση των hand paddles έχουν προταθεί ως προληπτικά μέτρα ειδικά για τον πόνο του ώμου. Για την κολύμβηση αναψυχής, αναφέρονται 5,7 τραυματισμοί οποιασδήποτε αιτιολογίας ανά 1000 ώρες κολύμβησης, σε έρυνα διεξαγόμενη στην Αγγλία & την Ουαλία.

Έρευνες σχετιζόμενες με τα βιομηχανικά χαρακτηριστικά και νέων τεχνικών κο-λύμβησης παρουσιάζονται από τους Johnson et al. (2003), Clarys & Rouard (1996), Kammer et al. (1999), Gourgoulis et al. (2006). Οι Johnson et al. (2003) προσπάθησαν να κατανοήσουν τα πλεονεκτήματα της βιομηχανικής, τα οποία βοηθούν να αναγνωρίσουμε και να διορθώσουμε λάθη στη χεριά για να προληφθούν οι τραυματισμοί στον ώμο, οι οποίοι είναι κοινοί στους κολυμβητές όλων των ηλικιών και ικανοτήτων. Σύμφωνα με την ορθή τεχνική των κολυμβητών στο ελεύθερο θα πρέπει αυτοί να μην ανυψώνουν πολύ ψηλά το κεφάλι τους, να ρολάρουν καλά το σώμα τους και να ευθυγραμμίζουν σωστά τους ώμους τους.

Οι ιατροί μπορούν να επιδείξουν τα ορθά μοντέλα τραβήγματος της χεριάς και την ευθυγράμμιση του σώματος και η σωστή προπόνηση μπορεί να βοηθήσει να διορθωθούν τα λάθη που γίνονται στο νερό. Αν ένας τραυματισμός συμβεί οι κολυμβητές μπορούν να διαχειριστούν τεχνικές αποκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων προληπτικών ωμοπλατιαίων ασκήσεων σταθεροποίησης για να εμποδίσουν τον επανατραυματισμό. Η ιατρική αντιμετώπιση και η κλινική θεραπεία που κατανοεί τις τεχνικές χεριάς και σχεδιάζει την πρόληψη, μπορεί να βοηθήσει στην μείωση της συχνότητας των κολυμβητικά σχετιζόμενων τραυματισμών του ώμου.

Οι Gourgoulis et al. (2006) μελέτησαν τις επιδράσεις δύο διαφορετικού σχήματος hand–paddles (χεράκια) σε ένα τρισδιάστατο μοντέλο/πρότυπο υποβρύχιας χεριάς ελευθέρου σε μία καθορισμένη συχνότητα χεριάς. Οι δοκιμασίες των 9 ανταγωνιστικών ενηλίκων κολυμβητών έγινε με μία αλληλουχία σειρών 25μ. σε μία καθορισμένη συχνότητα χεριάς δια μέσω ενός ακουστικού μετρονόμου και η καταγραφή 3 πλήρων κύκλων του δεξιού χεριού κάθε δοκιμαζομένου έγινε χρησιμοποιώντας 2 S–VHS κάμερες (60fields/sec.).Η επιλογή των σημείων ελέγχου του δεξιού χεριού και του ισχίου με την DLT διαδικασία, ακολουθήθηκε από την ψηφιοποίηση της κίνησης.

Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι τα hand paddles δεν τροποποίησαν το πρότυπο χεριάς σε μία σταθερή συχνότητα χεριάς. Επίσης η μέση κολυμβητική ταχύτητα ήταν σημαντικά αυξημένη, ενώ στο ύπτιο η κορυφαία ταχύτητα μειώθηκε κατά τη διάρκεια του μέσα σαρώματος και του τραβήγματος. Εντούτοις τα μεγάλα hand paddles προκάλεσαν μία μείωση στην ταχύτητα του χεριού κατά τη διάρκεια της υποβρύχιας χεριάς. Αυτή η εργασία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της ορθής τεχνικής για το βοηθητικό μέσο κολύμβησης-hand paddles, έτσι ώστε να αποφευχθούν ανεπιθύμητοι τραυματισμοί.

Oι Clarys & Rouard (1996) διεξήγαγαν ηλεκτρομυογράφηση 6 μυών του ώμου και του χεριού σε 9 καλούς κολυμβητές ελευθέρου χρησιμοποιώντας ηλεκτρόδια και τηλεμετρία EMG. Η ανάλυση έγινε με τεστ 4 Χ 100μ. μέγιστης προσπάθειας μέχρι εξαντλήσεως. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το κάτω σάρωμα είναι το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια, αλλά με την μικρότερη ένταση απ’ ότι οι άλλες 4 φάσεις της κυκλικής κίνησης του χεριού.

Αυτό υποτίθεται ότι είναι αποδοτικό για την μείωση του φορτίου στην άρθρωση του ώμου. Συνεπώς το μέσα σάρωμα με την υψηλότερη μυϊκή συμμετοχή μπορεί ν’ αρχίσει νωρίτερα στην φάση του τραβήγματος, ενώ θα βραχύνουμε το κάτω σάρωμα με αποτέλεσμα η υψηλή και διαρκής φόρτιση του ώμου να βελτιώσει την απόδοση και να προστατεύσει τον ώμο.

Οι Kammer et al. (1999) έδωσαν έμφαση στην κατάλληλη μηχανική της χεριάς με τον αγκώνα να διατηρείται υψηλά κατά την φάση της αποκατάστασης και του πιασίματος της χεριάς. Το τράβηγμα του χεριού έξω από το νερό στην λαγόνια ακρολοφία είναι προτιμότερο απ’ ότι από τον μηρό. Αυτό κάνει αποδοτικότερη την χεριά, μειώνοντας την ένταση του ώμου. Ακόμα πόνος σε μία ενεργή απαγωγή μεταξύ 45 και 120 μοιρών υποδηλώνει τενοντίτιδα του υπερακάνθιου μυός. Η πρόληψη μπορεί να γίνει με προοδευτική αύξηση της ποσότητας της προπόνησης, μακρές περιόδους προθέρμανσης και αποθεραπείας, ενδυνάμωση των μυών του στροφικού πετάλου, ελαχιστοποίηση της χρήσης των hand paddles και προληπτική επίθεση πάγου.

Επιπρόσθετη προθέρμανση έπειτα απο σετ μόνο με ασκήσεις ποδιών είναι σωστή αν θα ακολουθήσουν ασκήσεις χεριών με κανονική ταχύτητα. Οι Kenal & Knapp (1996) υποστηρίζουν ότι οι ανταγωνιστικοί κολυμβητές εκτελούν υψηλά επαναληπτικές κινήσεις και γι’ αυτό πάσχουν από το σύνδρομο υπέρχρησης. Ο συνδυασμός του υποαγγειακού, της κοπώσεως, της φτωχής μηχανικής της χεριάς και της προοδευτικής αστάθειας μίας υπερκινητικής άρθρωσης έχει ως αποτέλεσμα την πρόσκρουση του ώμου. Η κλινική εξέταση πρέπει να καθορίσει την ύπαρξη οποιασδήποτε αστάθειας στην γληνοβραχιόνια άρθρωση ή σημάδια πρόσκρουσης.

Η αποκατάσταση πρέπει να εστιαστεί σε σταθεροποιητικές ασκήσεις των υπερκινητικών αρθρώσεων, σε διορθώσεις της στάσης του σώματος, στην ενδυνάμωση και στην ευκαμψία. Οι Ciullo & Steves (1989) σε έρευνα ανασκόπησης διαπίστωσαν ότι η μηχανική της κολύμβησης προκαλεί αξιοσημείωτη ένταση στην άρθρωση του ώμου, η οποία μπορεί να τονιστεί από ακατάλληλες διατάσεις ή τεχνικές προπόνησης και να οδηγήσει στην αρθρίτιδα της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης και στον εκφυλισμό. Το στροφικό πέταλο και συγκεκριμένα ο υπερακάνθιος μυς είναι σε κίνδυνο λόγω των επαναληπτικών περιαγωγών του χεριού.

Η πρόληψη επιτυγχάνεται μέσω ενός προγράμματος ευκαμψίας και ενδυνάμωσης, αποφεύγοντας τις συνέπειες της υπερπροπόνησης. Η συχνότητα του πόνου (Troop, 1987b) είναι μεγαλύτερη στους άνδρες (70%) απ’ ότι στις γυναίκες (60%). Οι Ka Pik Eva Su et al. (2004) εξέτασαν κολυμβητές με σύνδρομο πρόσκρουσης καθώς και υγιείς κολυμβητών. Κατά τη μεθοδολογία οι μετρήσεις έγιναν πριν και μετά την προπόνηση κολύμβησης. Οι μετρήσεις της δύναμης του ώμου έγιναν με δυναμόμετρο, ενώ η στατική ωμοπλατιαία άνω περιστροφή μετρήθηκε στις 45, 90 και 135 μοίρες της ανύψωσης του βραχιονίου. Σε βασικές γραμμές δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο γκρουπ.

Η μη φυσική ωμοπλατιαία κινηματική σε κολυμβητές με σύνδρομο πρόσκρουσης μπορεί να παρατηρηθεί μόνο έπειτα από έντονη κολυμβητική πρακτική/προπόνηση. Οι Brushoj et al.(2006) ανέδειξαν αρθροσκοπικά ευρήματα στον ώμο των κολυμβητών καθώς και τη συχνότητα επιστροφής στα σπορ. Ο ‘’ώμος των κολυμβητών’’ καλύπτει μία ποικιλία από παθολογίες με πιο συχνό αρθροσκοπικό εύρημα το γληνοειδές χείλος με ποσοστό 61% και την υπακρωμιακή πρόσκρουση με ποσοστό 28%. Η αρθροσκοπική συντριβή των δακρύων του γληνοειδούς χείλους και της θυλακεκτομής σε κολυμβητές με πόνο στον ώμο έδειξαν μία μικρή επιτυχία στην συχνότητα επιστροφής στα σπορ.

Στην ανασκόπηση των Weldon & Richardson (2001) τονίζεται ότι το 90% των παραπόνων από κολυμβητές που ψάχνουν ιατρική συμβουλή, αφορούν τον ώμο. Συνοπτικά τα βασικά σημεία της θεραπεία του πόνου στον ώμο αφορούν την αποφυγή δραστηριοτήτων που προκαλούν πόνο, την χορήγηση για 2 εβδομάδες μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και πάγου, την μείωση της διάτασης του πρόσθιου ινώδους θύλακα και την αύξηση της διάτασης του οπίσθιου ινώδους θύλακα. Η πρόληψη του πόνου του ώμου μπορεί να γίνει με αποφυγή δραστηριοτήτων που προκαλούν πόνο, με μη χρόνια χρήση των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και με ισόποση διάταση του πρόσθιου και οπίσθιου ινώδους θύλακα. Ακόμα εκτελώντας γενικές ασκήσεις για το στροφικό πέταλο, δίνοντας έμφαση στην αύξηση του ρολαρίσματος του σώματος και με την άσκηση σε ωμοπλατιαία θέση του μυός.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται δύο έρευνες σχετιζόμενες με την διάγνωση του πόνου στον ώμο από τον McMaster (1986). Η πρώτη διεξήχθη με σκοπό την περιγραφή του προβλήματος της λειτουργικής αστάθειας του πρόσθιου γληνοειδούς χείλους στον κολυμβητή. Απομονωμένη ζημιά του χείλους είναι μέρος του φάσματος των εμπρόσθιων προβλημάτων του ώμου. Αυτή η βλάβη είναι ενοχλητική στον κολυμβητή και η επιτυχής διαχείρισή της γίνεται δια μέσω αρθροσκόπησης. Η σωστή διάγνωση είναι κυρίαρχη για να υπάρξει θεραπεία δια μέσω της εξέτασης και της CT αρθρογραφίας (computerized tomography).

Σε μία παραπλήσια έρευνα του McMaster (1986) κατά την οποία είχε σκοπό να επιδείξει ότι η έλλειψη συγκεκριμένης διάγνωσης για τον πόνο των κολυμβητών πιθανόν να έχει εμποδίσει την θεραπεία. Έτσι ο συγγραφέας περιγράφει τα περιφερειακά προβλήματα που μπορούν να προκαλέσουν τον πόνο του ώμου, τα σωματικά, κλινικά και εργαστηριακά τεστ για την χρήση της διάγνωσης και υπογραμμίζει τις προσεγγίσεις για την διαχείριση του προβλήματος. Νέα διαγνωστικά εργαλεία που περιγράφονται όπως η αρθρογραφία και η NVR εικόνα, έχουν βελτιώσει τις πιθανότητες για μία ακριβή διάγνωση.

Αγκώνας

Οι έρευνες που αναφέρονται σε τραυματισμό του αγκώνα είναι σαφώς λιγότερες απ’ ότι αυτές του ώμου. Καταρχάς η έρευνα των Fowler & Regan (1986), αναφέρεται ότι ο αγκώνας τραυματίζεται από το τράβηγμα του χεριού κατά τη χεριά στην πεταλούδα και το πρόσθιο και λιγότερο συχνά από το τράβηγμα στο ελεύθερο. Το τράβηγμα του χεριού είναι η κύρια αιτία για την ένταση του συνδρόμου του αγκώνα.

Οι Kammer et al. (1999) αναφέρουν ότι η πρόληψη και η θεραπεία των μυοσκελετικών τραυματισμών συχνά εστιάζεται στην κατάλληλη μηχανική των εκτελούμενων ενεργειών. Αν και οι προπονητές ενθαρρύνουν την χρήση υψηλής θέσεως του αγκώνα κατά τη διάρκεια του τραβήγματος, αυτή η θέση ίσως προδιαθέτει τον κολυμβητή σε μία υψηλή ένταση του έσω τμήματος του αγκώνα με υπερφόρτιση του έσω τένοντα και με κίνδυνο τραυματισμού. Συνεπώς η κατάλληλη τεχνική είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την μακροχρόνια διαχείριση των τραυματισμών του αγκώνα.

injury-3

Γόνατα, πόδια, αστράγαλος

Για τα γόνατα και τα πόδια των κολυμβητών αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι είναι ένα αδύνατο σημείο για τους κολυμβητές. Σύμφωνα με τους Fowler & Regan (1986) ο πόνος στο πόδι και τον αστράγαλο δεν είναι άγνωστα για τους κολυμβητές, παρ’ όλο την κύρια επίδοση των χεριών. Η πιο κοινή αιτία είναι η τενοντίτιδα των εκτεινόντων μυών του τένοντα του αστραγάλου και του ποδιού οι οποίοι είναι στενά περιορισμένοι πάνω από το οπίσθιο μέρος του αστραγάλου από τον εκτείνων καθεκτικό σύνδεσμο. Όσον αφορά τον πόνο στο γόνατο αυτός διαχωρίζεται στον έσω πλάγιο σύνδεσμο, στην μηριαία επιγονατίδα και στην έσω αρθροθυλακίτιδα.

Η κακή τεχνική είναι ένας παράγοντας επίτασης του φαινομένου, ενώ οι Kennedy & Hawkins πρότειναν σε όσους πρόσθιους αθλητές έχουν πρόβλημα στο γόνατο ν’ αλλάξουν το σύνολο της προπόνησης τους με άλλα στυλ. Οι Kennedy & Hawkins, πιστεύουν ότι εξαιτίας της δριμύτητας και του αριθμού των επαναλήψεων, το κυματοειδές κλότσημα (whip kick) μπορεί να υποβάλλει όλους τους κολυμβητές σε πόνο του γόνατος παρά την καλή τεχνική. Οι Rover & Nichols πίστεψαν ότι η επαρκής προθέρμανση μπορεί να είναι ένα μέτρο πρόληψης (1000 με 1500 γιάρδες προθέρμανση), ενώ η αύξηση της απόστασης προθέρμανσης πρέπει να γίνεται προοδευτικά.

Ο πόνος του έσω γονάτου είναι ο πιο κοινός στους πρόσθιους κολυμβητές λόγω της υπερβολικής βλαισότητας και στροφικότητας. Οι συχνές διαγνώσεις περιλαμβάνουν τραυματισμούς του έσω πλάγιου συνδέσμου, της μηριαίας επιγονατίδας και της έσω αρθροθυλακίτιδας. Η αποθεραπεία πρέπει να εστιάζεται στην εξάλειψη της φλεγμονής. Επίσης οι σταθεροποιητικές ασκήσεις για τις υπερκινητικές αρθρώσεις, η διόρθωση της θέσεως του σώματος, η ενδυνάμωση και η ευκαμψία βοηθούν στην αποκατάσταση (Kenal & Knapp, 1996).

Οι πρόσθιοι κολυμβητές είναι το γκρουπ των κολυμβητών με τα περισσότερα παράπονα για πόνο στο γόνατο. Η ευθυγράμμιση του κέντρου του γόνατος με το κέντρο του ισχίου, αποτελεί την καλύτερη θέση για την μύηση στο ‘’κλώτσημα’’ ,από τους πρόσθιους κολυμβητές. Όταν το κέντρο του γόνατος είναι πολύ φαρδύ ή πολύ στενό από το κέντρο του ισχίου, τότε το αποτέλεσμα θα είναι μία ένταση στην δομή του έξω πλάγιου συνδέσμου. Ο τραυματισμός προκαλείται από την έκκεντρη μυϊκή συστολή (McMaster, 1996). Το δεύτερο πιο κοινό πρόβλημα στους κολυμβητές είναι αυτό του γόνατος (Taunton et al., 1988).

Στους κολυμβητές προσθίου η φλεγμονή αντίδρασης του έσω πλάγιου συνδέσμου συμβαίνει ως αποτέλεσμα των επαναλαμβανόμενων κινήσεων κάμψης και έκτασης των κάτω άκρων με ένταση βλαισότητας και εξωτερικών περιστροφών. Αναφέρεται ότι το 92% των κολυμβητών που ανέφεραν πόνο στον ώμο κολυμπούσαν πεταλούδα, ύπτιο ή ελεύθερο (Richardson et al.,1980).

Σχεδόν όλοι οι τραυματισμοί στο γόνατο σχετίζονται με το κυματοειδές κλότσημα του προσθίου (Kammer et al., 1999). Το ‘’γόνατο των προσθίων’’ είναι ένα χρόνιο διάστρεμμα του έσω πλάγιου συνδέσμου που οφείλεται στην επαναληπτική ένταση που υφίσταται. Ο πιο κοινός τραυματισμός του ποδιού και του αστραγάλου είναι η τενοντίτιδα των εκτεινόντων τενόντων στον εκτείνων καθεκτικό σύνδεσμο, προκαλούμενο από σφοδρή επαναληπτική πελματιαία κάμψη στο κανονικό και στο δελφινοειδές κτύπημα.

Ακόμα μελετήθηκαν 296 ανταγωνιστικοί κολυμβητές για να εκτιμηθεί η συχνότητα και η σημαντικότητα του επεμβαίνοντα πόνου στην βουβωνική χώρα σε πρόσθιους κολυμβητές. Οι πρόσθιοι κολυμβητές είναι περισσότερο πιθανό να έχουν τωρινό πόνο στην βουβωνική χώρα (6.92%) απ’ ότι οι κολυμβητές μικτής ατομικής που δεν συμμετείχαν σε καθαρά αγωνίσματα προσθίου. Βρέθηκε ότι οι πρόσθιοι κολυμβητές είναι περισσότερο πιθανό απ’ ότι οι κολυμβητές μικτής ατομικής ή οι μη-πρόσθιοι κολυμβητές, να μην είναι ικανοί να προπονηθούν στο πρόσθιο κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς οφειλόμενη σε τραυματισμό στην βουβωνική χώρα.

Συμπερασματικά οι πρόσθιοι κολυμβητές είναι σε σημαντικό κίνδυνο τραυματισμού της βουβωνικής χώρας, ενώ ο τραυματισμός της βουβωνικής χώρας σχετίζεται σημαντικά με την προπόνηση προσθίου(Grote et al., 2004). Το οστούν της φτέρνας μπορεί να τραυματιστεί από τις συνεχείς στροφές των κολυμβητών και ιδιαίτερα σε 25μ. πισίνα, όπου οι συχνότητα των στροφών είναι μεγαλύτερη (Richardson, 1999).

injury-2

Σ.Σ.-Λαιμός

Η Σ.Σ. και ο λαιμός αναφέρονται σε αρκετές έρευνες. Καταρχάς στην ανασκοπική έρευνα του McMaster (1996) παρατηρείται ότι οι περισσότεροι τραυματισμοί και παράπονα που αντιμετωπίζονται στην κολύμβηση είναι τα επαναληπτικά μικροτραύματα ή η υπέρχρηση και η επιτυχής αντιμετώπισή τους συνήθως δεν απαιτεί χειρουργική επέμβαση. Η ξεκούραση και άλλα μέτρα για την μείωση της φλεγμονής συχνά απαιτούνται. Οι περισσότεροι τραυματισμοί είναι αποτέλεσμα της κακής τεχνικής ή των μηχανισμών και μία βοήθεια από την βιομηχανική θα βοηθήσει τον τραυματισμένο αθλητή να αναγνωρίσει λάθη που ίσως συνέβαλλαν στον τραυματισμό.

Επίσης σημαντικό είναι το συνολικό πρόγραμμα προπόνησης και παράγοντες όπως η προπόνηση με βάρη ή η προπόνηση στην ξηρά ίσως συμβάλλουν στον τραυματισμό. Η ξεκούραση ή η μείωση της προπόνησης ίσως είναι αναγκαία, αλλά κάθε δυνατή προσπάθεια για να μείνει ο αθλητής ‘’μέσα στο νερό’’ αποτρέπει το ντεφορμάρισμα. Κολυμβητές με περιορισμένο εύρος της κίνησης του ώμου ίσως βρουν τις σωστές τεχνικές αναπνοής δύσκολες και επίπονες.

Ο σχετιζόμενος με τον χρόνο εκφυλισμός του αυχενικού δίσκου και/ή ο οστεοαρθριτικός εκφυλισμός των αρθρώσεων της γλήνης της αυχενικής ακανθώδους απόφυσης μπορούν να προκαλέσουν πόνο στον λαιμό. Επιπρόσθετα η δυνατή ώθηση του λαιμού για να ευκολύνει την κολυμβητική χεριά, ειδικότερα στην πεταλούδα, ίσως συνθλίβουν τον λαιμό με αποτέλεσμα το περιορισμένο εύρος κινητικότητας και αποτέλεσμα τον πόνο.

Ο τραυματισμός από υπέρχρηση της μέσης. και ειδικά χαμηλά στη μέση, έχει αιτίες την ένταση από τη μηχανική της κολύμβησης, τη σπονδυλόλυση, τη σπονδυλολίσθηση και τη κύφωση Scheuermann. Η θεραπεία πρέπει να συμπεριλάβει την αποφυγή βουτιών και στροφών, την ενδυνάμωση των κοιλιακών και την βελτίωση του γαστροκνημίου και της ευκαμψίας της μέσης.

Η κολύμβηση με το στυλ της πεταλούδας πρέπει να αποφεύγεται γιατί επιδεινώνει τον τραυματισμό και υπερεκτείνει την μέση με προδιάθεση για σπονδυλόλυση (Kammer et al., 1999). Οι τραυματισμοί της Σ.Σ. από ατυχήματα με βουτιές δεν είναι συχνοί, διότι οι βατήρες τοποθετούνται σε μέρη όπου υπάρχει βάθος. Οι τραυματισμοί της μέσης από υπέρχρηση είναι κοινοί λόγω του εκφυλισμού του δίσκου, της υπερέκτασης ή της ανάμιξης της μυϊκής περιτονίας. Η αποκατάσταση πρέπει να εστιαστεί σε σταθεροποιητικές ασκήσεις των υπερκινητικών αρθρώσεων, σε διορθώσεις της στάσης του σώματος, στην ενδυνάμωση και στην ευκαμψία (Kenal & Knapp, 1996).

Η έρευνα των DeVivo & Sekar (1997) έγινε με σκοπό να καθοριστούν οι συνήθεις συνθήκες που περιβάλλουν τον τραυματισμό της Σ.Σ. που συμβαίνουν σε πισίνες, έτσι ώστε κατάλληλα στοιχειώδη προγράμματα πρόληψης να εισαχθούν σε στοχευμένα άτομα με υψηλό παράγοντα κινδύνου, σε δραστηριότητες και σε κατάλληλα περιβάλλοντα. Το δείγμα 341 ατόμων του οποίο ο τραυματισμός προκλήθηκε από ατύχημα σε πισίνα, ήταν εγγεγραμμένο στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Σ.Σ. από το 1973 και αποτέλεσε την βάση των δεδομένων της έρευνας.

Έγινε ανασκόπηση στα ιατρικά αρχεία και μία τηλεφωνική έρευνα με ερωτηματολόγιο χορηγήθηκε σε 196 άτομα. Σχεδόν όλοι οι τραυματισμοί (87%) έγιναν σε ιδιωτικές πισίνες, ενώ το 94% των περιπτώσεων δεν είχε ναυαγοσώστη σε υπηρεσία. Στο 75% των περιπτώσεων δεν υπήρξαν ενδείξεις για το βάθος της πισίνας, ενώ στο 87% δεν υπήρχαν προειδοποιητικά σήματα. Οι κανονικές βουτιές είχαν συνολικό ποσοστό τραυματισμού στο 70% των περιπτώσεων, ενώ ακολούθησαν οι μη συνηθισμένες βουτιές(17%) και τα σπρωξίματα χωρίς πρόθεση(6%). Αυτά τα αποτελέσματα παρέχουν σημαντικά στοιχεία για την ανάπτυξη ενός πρωταρχικού προγράμματος πρόληψης των τραυματισμών.

Στην ανασκοπική έρευνα του Richardson (1999) που έγινε με σκοπό την καταγραφή των τραυματισμών στους ανταγωνιστικούς κολυμβητές η συχνότητα των τραυματισμών είναι : 17% για το κεφάλι και τον λαιμό, 18% για το χέρι, 3% για τον ώμο, 32% για το πόδι και 5% για το γόνατο των κολυμβητών. Τέλος τα κατάγματα και οι παρεκτοπίσεις τμημάτων της σπονδυλικής στήλης και του κρανίου είναι οι περισσότερο καταστροφικοί τραυματισμοί στην κολύμβηση.