Α.Ο. ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ

Συνεχόμενη και διαλειμματική μέθοδος

Μπεϊντάρης Ν.

Η συνεχής προπόνηση έχει το πλεονέκτημα ότι πέρα από την βελτίωση της αερόβιας ικανότητας, αυξάνει και την ικανότητα του οργανισμού να χρησιμοποιεί κατά την άσκηση ένα μεγαλύτερο ποσοστό της V02 Max για περισσότερο χρόνο. Είναι όμως μονότονη και κουραστική για τους κολυμβητές, λόγω της συνεχόμενης παρατεταμένης προσπάθειας που χρειάζεται.

Ακόμα η συνεχόμενη μέθοδος εφαρμόζεται περισσότερο στην αρχή της χρονιάς, χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή της στην πορεία του ετησίου προπονητικού σχεδιασμού. Η υπομέγιστη ένταση είναι προσιτή σε αρχάριους και παιδιά, γιατί επηρεάζεται ο μηχανισμός της αναπνοής, της κυκλοφορίας του αίματος, ενώ ανεβαίνουν τα λειτουργικά όρια του νευροφυτικού συστήματος και χαλαρώνουν οι μύες (Μakarenko 1974).

Πάντως η αερόβια ικανότητα βελτιώνεται στον ίδιο βαθμό, τόσο με την συνεχή όσο και με την διαλειμματική μέθοδο (Saltin et al 1976). Ακόμα η συνεχόμενη μέθοδος χρησιμοποιεί σε μεγάλο ποσοστό το σύστημα μεταφοράς 02 , που είναι προσδιοριστικός παράγοντας για τις αερόβιες προσαρμογές. Με τη συνεχόμενη μέθοδο έχουμε αντίκτυπο στη δύναμη της θέλησης των αθλητών μας (ελέγχει τις πράξεις του ο αθλητής) (D. Harre).

Η διαλειμματική μέθοδος πραγματοποιεί της αερόβιες προσαρμογές συντομότερα. Επιστρατεύει τις μυϊκές ίνες βραδείας αλλά και ταχείας συστολής, γι’ αυτό μπορεί να προκαλέσει και αναερόβιες προσαρμογές (Saltin et al 1976, Astrand, Rodahl 1977). Με αυτή τη μέθοδο παράγεται λιγότερο γαλακτικό οξύ, έτσι ελαττώνεται η καματογόνος επίδραση του στον οργανισμό. Συνεπώς ο οργανισμός μπορεί να παράγει έργο για περισσότερο χρόνο. Το διάλειμμα λειτουργεί ως ένας ιδανικός μεσολαβητής προηγούμενου και επόμενου ερεθίσματος.

Αν το διάλειμμα είναι μεγάλο τότε έχουμε πλήρη ανάληψη, ενώ αν είναι μικρό έχουμε συσσώρευση της κόπωσης και γρηγορότερη εξάντληση. Ο προσδιορισμός της έντασης εξαρτάται απ’ το επίπεδο της φυσικής κατάστασης, της ηλικίας, του φύλου και από την περίοδο εφαρμογής του προγράμματος. Οι φυσιολόγοι υποστηρίζουν ότι έχουμε 3 φορές περισσότερο έργο μ’ αυτή την μέθοδο.

Επίσης η μέθοδος αυτή σπάει τη μονοτονία στην προπόνηση. Τέλος αν η άσκηση εκτελείται διαλειμματικά, τότε το 100 % του γλυκογόνου επανασυντίθεται σε 24 ώρες. Με τη διαλειμματική μέθοδο έχουμε αντίκτυπο στην επίδραση της θέλησης στους αθλητές μας (αντιμετώπιση των δύσκολων καταστάσεων) (D.Harre).